διευθυνσεις

Buchhandel Bowker Electre Informazioni Editoriali Micronet Nielsen Book Data

ελληνική λογοτεχνία και ποίηση

ελληνική λογοτεχνία και ποίηση
Επιμέλεια Σελίδας: Πάνος Αϊβαλής - δ/νση αλληλογραφίας: Μεσολογγίου 12 Ανατολή Νέα Μάκρη 190 05, τηλ. 22940 99125 - 6944 537571
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

"O άνθρωπος πρέπει κάθε μέρα ν
ακούει ένα γλυκό τραγούδι, να διαβάζει ένα ωραίο ποίημα, να βλέπει μια ωραία εικόνα και, αν είναι δυνατόν, να διατυπώνει μερικές ιδέες. Αλλιώτικα χάνει το αίσθημα του καλού και την τάση προς αυτό...". Γκαίτε.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
.....................................................................ΥΦΟΣ Γράμματα, τέχνες, βιβλίο, πολιτισμός

Κυριακή 23 Νοεμβρίου 2014

Περιοδικό Ουτοπία: ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΑΝΤΡΕΑΣ ΠΑΓΟΥΛΑΤΟΣ (1946 - 2010): ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΟΤΗΤΑ

            ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ   ΟΥΤΟΠΙΑ                
Τεύχος 107 - Εξώφυλλο
2014
Μάιος-Ιούνιος

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΣΥΝΤΑΞΗΣ
ΕΠΙ ΤΟΝ ΤΥΠΟΝ
Η ΑΝΟΔΟΣ ΤΟΥ ΝΕΟΦΑΣΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΚΡΟΔΕΞΙΑΣ ΣΤΙΣ ΕΥΡΩΕΚΛΟΓΕΣ
Δημήτρης Μπελαντής
ΜΕΤΑ ΤΙΣ ΕΚΛΟΓΕΣ, ΤΙ;
Γιώργος Κατρούγκαλος
ΣΧΟΛΕΙΑ: ΜΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΕΙΝΩΝ
Χρυσούλα Μητσοπούλου
ΣΕ ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΥΓΕΙΑΣ, ΨΥΧΙΚΗΣ ΥΓΕΙΑΣ ΚΑΙ ΑΠΕΞΑΡΤΗΣΗΣ
Κατερίνα Μάτσα
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΑΓΜΕΝΑ ANTE PORTAS
Γιάννης Σχίζας
ΑΦΙΕΡΩΜΑ
ΑΝΤΡΕΑΣ ΠΑΓΟΥΛΑΤΟΣ (1946 - 2010): ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΟΤΗΤΑ
Ο ΑΝΤΡΕΑΣ
Νάνος Βαλαωρίτης
Η ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ Η ΑΛΧΗΜΕΙΑ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ (ΑΝΑΛΟΓΙΟ)
Αντρέας Παγουλάτος
ΠΡΟΣ - ΣΤΟΙΧΕΙΩΣΕΙΣ - ΠΟΡΟΙ (ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ)
Αντρέας Παγουλάτος
ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗ - ΠΑΓΟΥΛΑΤΟΥ
Νάνος Βαλαωρίτης - Αντρέας Παγουλάτος
Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΓΛΩΣΣΟΚΕΝΤΡΙΣΜΟΥ: Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΤΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΤΟΥ ΑΝΤΡΕΑ ΠΑΓΟΥΛΑΤΟΥ
Ελισάβετ Αρσενίου
ΜΟΡΦΕΣ ΤΗΣ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ "ΣΥΓΓΕΝΙΚΗ ΑΚΤΙΝΟΒΟΛΙΑ ΤΟΥ ΧΡΩΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΛΕΞΗΣ"
(Ένας διάλογος με το μυθιστοριογράφο Ανδρέα Φραγκιά)
Αντρέας Παγουλάτος
FERNANDO PESSOA: Η ΕΤΕΡΩΝΥΜΙΑ ΚΑΙ Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΠΡΟΣΩΠΟΥ
Αντρέας Παγουλάτος
12 ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
Αντρέας Παγουλάτος
ΥΠΟΣΧΕΣΗ
Carlos Drummond de Andrale
ΤΥΦΛΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ
Lawrence Ferlingetti
ΚΟΙΝΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ
Rene Char
ΛΑΖΑΡΕ, ΚΟΙΜΑΣΑΙ;
Henri Michaux
ΚΟΣΜΟΓΟΝΙΑ ΑΝΤΡΕΑ ΠΑΓΟΥΛΑΤΟΥ
Κώστας Σταθόπουλος
ΓΙΑ ΤΑ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ ΤΟΥ ALAIN RESNAIS
Αντρέας Παγουλάτος
ΔΙΑΛΟΓΟΙ ΓΙΑ ΤΟ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ (ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ)
Joris Ivens - Αντρέας Παγουλάτος
ΔΙΑΛΟΓΟΙ ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟ
Robert Cramer - Αντρέας Παγουλάτος
Ο ΑΝΑΝΕΩΤΗΣ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡΙΣΤΑΣ JOHAN VAN DER KEUKEN
Αντρέας Παγουλάτος
ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ: Ο ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ ΚΑΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ, ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΓΡΑΦΗΣ
Κωστούλα Καλούδη
ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ ΚΑΙ ΕΙΚΑΣΤΙΚΗ ΓΡΑΦΗ
Αντρέας Παγουλάτος
THE ART OF VIDEOPOETRY
Αντρέας Παγουλάτος
ΠΑΓΟΥΛΑΤΟΣ ΔΙΑ ΣΤΟΜΑΤΟΣ ΛΑΖΟΓΚΑ: ΠΡΟΦΟΡΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ
Γιώργος Λαζόγκας
ΕΝΑΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ
Francois Chatelet - Αντρέας Παγουλάτος
ΑΠΟ ΤΟ ΑΛΕΚΤΟΝ ΤΗΣ ΓΡΑΦΗΣ ΣΤΟ ΕΤΕΡΟΔΟΞΟ ΤΗΣ ΣΚΕΨΗΣ: ΙΧΝΗΛΑΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΟΥΤΟΠΙΑ ΤΟΥ ΑΝΤΡΕΑ ΠΑΓΟΥΛΑΤΟΥ
Τιτίκα Καραβία
ΠΕΡΑΜΑ ΠΕΡΑ-Σ-ΜΑ ΠΕΡΑ ΑΣΜΑ. ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΤΡΕΑ ΠΑΓΟΥΛΑΤΟ
Σάββας Μιχαήλ
ΑΝΤΡΕΑΣ ΠΑΓΟΥΛΑΤΟΣ ΤΩΝ ΤΑΠΕΙΝΩΝ ΤΩΝ ΑΠΟΚΛΗΡΩΝ ΤΩΝ ΠΡΟΓΡΑΜΜΕΝΩΝ
Κώστας Κρεμμύδας
IN MEMORIAM
Κωστής Τριανταφύλλου
Γιάννης Στεφανάκις
Νίκος Τουλιάτος
Ηλίας Βαμβακούσης
Αντώνης Μποσκοΐτης
Νένα Βενετσάνου
Λευτέρης Ξανθόπουλος
Μαρία Κόκκινου
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
Η ΔΙΕΙΣΔΥΣΗ ΑΣΤΙΚΩΝ ΙΔΕΟΛΟΓΗΜΑΤΩΝ ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΕΡΟ ΛΟΓΟ
Γιώργος Σταμάτης
"POTESTAS LEGIBUS SOLUTA" "ΕΞΟΥΣΙΑ ΑΠΟΔΕΣΜΕΥΜΕΝΗ ΑΠ' ΤΟΝ ΝΟΜΟ"
Πέτρος Πέτκας

Σάββατο 22 Νοεμβρίου 2014

ΝΕΑ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ ΑΠΟ ΚΑΙ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ


Παρουσίαση

Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1970 η Ελλάδα ήταν χώρα αποστολής μεταναστών. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 άρχισε να εξελίσσεται σε χώρα εισροής μεταναστών, αρχικά από τις γειτονικές βαλκανικές χώρες και στη συνέχεια και από ασιατικές και αφρικανικές. Η νέα παγκόσμια πολιτικο-οικονομική κατάσταση, που στη χώρα μας εκδηλώθηκε με μια πρωτοφανή κρίση, ενεργοποίησε μηχανισμούς αποδημίας νέων ανθρώπων από την Ελλάδα, αυτή τη φορά κατά κανόνα πτυχιούχων πανεπιστημιακών σχολών.
Βιώνουμε την Ελλάδα του σήμερα, κατά έναν «παράδοξο» και δραματικό τρόπο, ταυτοχρόνως ως χώρα αποστολής και υποδοχής μεταναστών. Αυτό το διπλό πρόσωπο του Ιανού, της σύγχρονης Ελλάδας, βρίσκεται στο επίκεντρο του παρόντος τόμου, με την ελπίδα ότι θα προωθήσει τον σχετικό επιστημονικό λόγο και τον διεπιστημονικό διάλογο των ειδικών. Ελπίζουμε επίσης, ότι θα προκαλέσει ευρύτερο προβληματισμό και ενδιαφέρον στην επιστημονική κοινότητα. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Περιεχόμενα

Πρόλογος Πρύτανη Πανεπιστημίου Κρήτης
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
Εισαγωγικό κείμενο: Η Ελλάδα ως Χώρα Αποστολής και Υποδοχής Μεταναστών
Μιχάλης Δαμανάκης, Στέφανος Κωνσταντινίδης, Αναστάσιος Τάμης
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2
Παλιννόστηση Ελληνοαυστραλών και Αποδημία Ελλαδιτών στην Αυστραλία (2009-2013)
Αναστάσιος Τάμης
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3
Η Νέα Ελληνική Μετανάστευση: Η περίπτωση του Καναδά
Στέφανος Κωνσταντινίδης
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4
Η Ελληνική Μετανάστευση στις ΗΠΑ: Χθες και σήμερα
Άρης Μιχόπουλος
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5
Ελληνική Νεομετανάστευση προς Γερμανία
Μιχάλης Δαμανάκης
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6
Η Ελλάδα "διώχνει" τους επιστήμονές της
Λόης Λαμπριανίδης
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7
Νεομετανάστευση και Στερεότυπα: Παιδεία και ταυτότητα στην Ελλάδα και τη διασπορά μπροστά σε δύσκολες προκλήσεις
Αθανάσιος Γκότοβος
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8
Παράνομη Μετανάστευση στη Μεσόγειο: Επισκοπώντας και αποτιμώντας την ευρωπαϊκή πολιτική
Παναγιώτης Τσάκωνας, Δημήτρης Ξενάκης, Τριαντάφυλλος Καρατράντος
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9
Η Μεταναστευτική Μετάβαση στην Ελλάδα
Αντώνης Κόντης
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10
Τμήματα Διδασκαλίας Εθνοτικών Γλωσσών στην Ελλάδα
Χριστίνα Μαλιγκούδη
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11
Φοιτητές με Μεταναστευτικό Υπόβαθρο: Βιογραφικές πορείες και αφηγήσεις του "ανήκειν"
Διονυσία Κοντογιάννη, Θεοδοσία Μιχελακάκη, Ευθυμία Παπαλεξοπούλου
Οι συγγραφείς
στοιχεία περιοδικού
ISBN139789609430111
ΕκδότηςΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΡΗΤΗΣ
Χρονολογία ΈκδοσηςΟκτώβριος 2014
Αριθμός σελίδων368
Διαστάσεις24x17
ΠρόλογοςΣΤΕΦΑΝΟΥ Γ. ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ
ΕπιμέλειαΔΑΜΑΝΑΚΗΣ ΜΙΧΑΛΗΣ, ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ, ΤΑΜΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ
Κωδικός Πολιτείας3207-0018
Θέμα

Κυριακή 9 Νοεμβρίου 2014

Η αλήθεια - Στο σπίτι του Τάσου Λειβαδίτη

  Ποίηση   

ΤΟΥ ΑΓΓΕΛΟΥ ΜΑΝΤΑΔΑΚΗ*


 Τι  ζητούσαμε εκείνη την Κυριακή το πρωί μέσα στη θέρμη του Αυγούστου; Την αλήθεια! έλεγε ο σύντροφός μας ο μπάρμπα Κώστας που μετρούσε πολλές δεκαετίες στο αριστερό κίνημα ως εξόριστος, φυλακισμένος, παράνομος και ίσως μερικά χρόνια ως ελεύθερος.
Ο μπάρμπα -Κώστας, ήταν Ακροναυπλιώτης. Ήταν το ιερό τέρας ανάμεσα στους παλιούς αγωνιστές της οργάνωσής μας, που εμείς οι νεώτεροι τους βλέπαμε τότε με το φωτοστέφανο των ηρωικών χρόνων της Αντίστασης και του εμφυλίου.
Την «αλήθεια, να πούμε την αλήθεια στον λαό, να πάμε τον Ριζοσπάστη σε κάθε σπίτι. Μέσα από τα γραφεία δεν κάνουμε τίποτα!»
Τι να πεις τώρα όταν ο μπάρμπα - Κώστας έσερνε πρώτος τον χορό παίρνοντας ανά χείρας τις εφημερίδες και ξεκινώντας για το καφενείο της οδού Μεγ. Αλεξάνδρου.
Πήραμε λοιπόν κι εμείς, δύο νεολαίοι, ανά χείρας τον φρεσκοτυπωμένο Ριζοσπάστη εκείνης της Κυριακής και αρχίσαμε τη βόλτα μας στα στενά του Μεταξουργείου.
Μπροστά εγώ σαν πιο παλιός, πίσω η Κατερίνα, που αν δεν κάνω λάθος ήταν η πρώτη της φορά, ανοίγουμε μια σιδερένια πόρτα και βρισκόμαστε σε μια μακρόστενη αυλή σαν αυτές που αποτελούσαν το χαρακτηριστικό γνώρισμα στα σπίτια της γειτονιάς.
Κατά μήκος της αυλής πόρτες με παραθυράκια που αντιστοιχούν στα δωμάτια. Χτυπάω το τζάμι στο παραθυράκι της πρώτης πόρτας. Ακούγεται μια φωνή ηλικιωμένης γυναίκας: «Ποιος είναι;».
«Από τον Ριζοσπάστη» προλαβαίνει και απαντάει η Κατερίνα.
Περιμένουμε για λίγο και στο παραθυράκι της πόρτας εμφανίζεται το πρόσωπο μιας μεγάλης γυναίκας, ξερακιανής, με στρογγυλά μάτια, με ένα μαντήλι σκούρο.
«Τι θέλετε;» μας ρωτάει αυστηρά και μοιάζει να μας ψάχνει με το βλέμμα της. Της δείχνουμε την εφημερίδα... Προσπαθούμε να ανοίξουμε κουβέντα, αλλά μάταια. Η ηλικιωμένη γυναίκα ανοίγει την πόρτα και με όλη την δύναμη που μπορούσε να βρει, μας φωνάζει: «έξω! έξω!». Ξαφνιασμένοι από το αναπάντεχο και την έκρηξη της γυναίκας, ετοιμαζόμαστε να ζητήσουμε συγγνώμη και να φύγουμε. Αυτή άλλωστε την συμβουλή είχαμε από την καθοδήγηση.
Η Κατερίνα τρομοκρατήθηκε. «Πάμε να φύγουμε... πέσαμε σε ακροδεξιά!».
Και τότε η ηλικιωμένη γυναίκα συνεχίζει: «Ξέρετε σε ποιανού το σπίτι χτυπήσατε; Ξέρουν αυτοί που σας έστειλαν ποιος είναι ο οικοδεσπότης;».
«Όχι», της απαντάμε, «αλλά τι σημασία έχει; την εφημερίδα πουλάμε σε όποιον θέλει...».
«Εδώ είναι το σπίτι του Τάσου Λειβαδίτη, του ποιητή.... Εγώ είμαι η αδελφή του», μας κάνει. «Κι αν δεν τον ξέρετε να πάτε να μάθετε ποιος είναι και πώς του έχει φερθεί το Κόμμα...!».
Η φωνή της τώρα έβγαινε βραχνή και οργισμένη... Απευθυνόταν σε εμάς, δύο νέους ανθρώπους, που βρέθηκαν στο κατώφλι της για να της δώσουν μια εφημερίδα και έβγαζε από την ψυχή της κάτι σαν γοερό παράπονο... Για τον αγαπημένο της αδελφό και μεγάλο μας ποιητή, τον κομμουνιστή διανοούμενο με την δική του άποψη, που ίσως γι αυτήν το κόμμα του τον είχε παραμελήσει.
«Να μην ξανάρθετε!», ήταν η τελευταία της φράση. Ακούστηκε μόνο ο θόρυβος από το χτύπημα της ξύλινης πόρτας..
Βγήκαμε στην οδό Λεωνίδου και περπατούσαμε αργά. Σε κάποια στιγμή ένοιωσα τα μάτια του νεαρού κοριτσιού καρφωμένα πάνω μου να περιμένουν εξηγήσεις.
«Και εγώ που πίστεψα τον μπάρμπα - Κώστα της Ακροναυπλίας, που μας λέει να βγούμε από τα σπίτια μας για να πούμε την αλήθεια...» με καρφώνει η Κατερίνα.
Το βράδυ βάλθηκα να διαβάζω Λειβαδίτη. Ολονυχτίς. Δεν ξέρω γιατί και πώς, κόλλησα σε ένα κομμάτι με τίτλο «Φθινόπωρο».
Ονειρεύομαι ένα άγαλμα να κλαίει μες την ομίχλη, έναν φυλακισμένο να τραγουδά,
μια γυναίκα να μην κλέβει τα χρόνια της, ένα παιδί που να μη ρωτά.
Το φθινόπωρο θα μαζέψω όλα τα φύλλα στην πόρτα μου να γείρει η χαμένη ζωή μου...

____________

~~~~~~~~~~~~~~
Τάσος Λειβαδίτης - Ποιήματα
(1921-1988) ποιητὴς ἀπὸ τὴν Ἀθήνα.

Σὲ περιμένω παντοῦ

Κι ἂν ἔρθει κάποτε ἡ στιγμὴ νὰ χωριστοῦμε, ἀγάπη μου,
μὴ χάσεις τὸ θάρρος σου.
Ἡ πιὸ μεγάλη ἀρετὴ τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι νὰ ᾿χει καρδιά.
Μὰ ἡ πιὸ μεγάλη ἀκόμα, εἶναι ὅταν χρειάζεται
νὰ παραμερίσει τὴν καρδιά του.

Τὴν ἀγάπη μας αὔριο, θὰ τὴ διαβάζουν τὰ παιδιὰ στὰ σχολικὰ βιβλία, πλάι στὰ ὀνόματα τῶν ἄστρων καὶ τὰ καθήκοντα τῶν συντρόφων.
Ἂν μοῦ χάριζαν ὅλη τὴν αἰωνιότητα χωρὶς ἐσένα,
θὰ προτιμοῦσα μιὰ μικρὴ στιγμὴ πλάι σου.

Θὰ θυμᾶμαι πάντα τα μάτια σου, φλογερὰ καὶ μεγάλα,
σὰ δύο νύχτες ἔρωτα, μὲς στὸν ἐμφύλιο πόλεμο.

Ἄ! ναί, ξέχασα νὰ σοῦ πῶ, πὼς τὰ στάχυα εἶναι χρυσὰ κι ἀπέραντα, γιατὶ σ᾿ ἀγαπῶ.

Κλεῖσε τὸ σπίτι. Δῶσε σὲ μιὰ γειτόνισσα τὸ κλειδὶ καὶ προχώρα. Ἐκεῖ ποὺ οἱ φαμίλιες μοιράζονται ἕνα ψωμὶ στὰ ὀκτώ, ἐκεῖ ποὺ κατρακυλάει ὁ μεγάλος ἴσκιος τῶν ντουφεκισμένων. Σ᾿ ὅποιο μέρος τῆς γῆς, σ᾿ ὅποια ὥρα,
ἐκεῖ ποὺ πολεμᾶνε καὶ πεθαίνουν οἱ ἄνθρωποι γιὰ ἕνα καινούργιο κόσμο... ἐκεῖ θὰ σὲ περιμένω, ἀγάπη μου!

περισσότερα ποιήματα του ποιητή στο:

~~~~~~~~~~~
Τάσος Λειβαδίτης  (1921 - 1988) 
Γιος του Λύσανδρου και της Βασιλικής, γεννήθηκε στην Αθήνα το βράδυ της Αναστάσεως του 1922 είχε τέσσερα μεγαλύτερα αδέρφια, μια αδερφή και τρεις αδερφούς. Σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, όμως τον κέρδισε η λογοτεχνία και συγκεκριμένα η ποίηση. Ανέπτυξε έντονη πολιτική δραστηριότητα στο χώρο της αριστεράς με συνέπεια να εξοριστεί από το 1947 έως το 1951. Στο Μούδρο, στη Μακρόνησο και μετά στον Αϊ Στράτη κι από κει στις φυλακές Χατζηκώστα στην Αθήνα, απ' όπου αφέθηκε ελεύθερος το 1951. Το «Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου» θεωρήθηκε «κήρυγμα ανατρεπτικό» και κατασχέθηκε. Τελικά το δικαστήριο (Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, 10 Φεβρουαρίου 1955) τον απάλλαξε λόγω αμφιβολιών.
«Γι’ αυτό σου λέω.
Μην κοιμάσαι: είναι επικίνδυνο.
Μην ξυπνάς: Θα μετανιώσεις.
»
Στο ελληνικό κοινό ο Τάσος Λειβαδίτης εμφανίστηκε το 1946, μέσα από τις στήλες του περιοδικού Ελεύθερα Γράμματα (τεύχ. 55,15-11-46) με το ποίημα «Το τραγούδι του Χατζηδημήτρη». Το 1947 συνεργάστηκε στην έκδοση του περιοδικού «Θεμέλιο». Το 1952 εξέδωσε την πρώτη του ποιητική σύνθεση με τίτλο «Μάχη στην άκρη της νύχτας» και εργάστηκε επίσης σαν κριτικός ποίησης στην εφημερίδα Αυγή, από το 1954 - 1980(με εξαίρεση τα έτη 1967-74 που η εφημερίδα είχε κλείσει λόγω δικτατορίας) και το περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης» (1962-1966), όπου δημοσίευσε πολιτικά και κριτικά δοκίμια.
Στο διάστημα της Χούντα των Συνταγματαρχών ο ποιητής για βιοποριστικούς λόγους μεταφράζει ή διασκευάζει λογοτεχνικά έργα για λαϊκά περιοδικά ποικίλης ύλης με το ψευδώνυμο Pόκκος. Αδερφός του ήταν ο ηθοποιός Αλέκος Λειβαδίτης και ανιψιός του ο ηθοποιός Θάνος Λειβαδίτης.
Ο Τάσος Λειβαδίτης πέθανε στην Αθήνα 30 Οκτωβρίου 1988, στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο από ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής. Μετά το θάνατό του εκδόθηκαν χειρόγραφα ανέκδοτα ποιήματά του με τον τίτλο «Χειρόγραφα του Φθινοπώρου».
_____________________
περισσότερα στο: 

Τετάρτη 5 Νοεμβρίου 2014

"ΟΥΙΣΚΙ ΜΠΛΕ" της ΤΕΣΥΣ ΜΠΑΪΛΑ - Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ψυχογιός

  Ελληνική Λογοτεχνία 


"ΟΥΙΣΚΙ ΜΠΛΕ"
της ΤΕΣΥΣ ΜΠΑΪΛΑ
Σελίδες : 496,
Εκδόσεις Ψυχογιός, Αθήνα 2014


 Ο  σύγχρονος Οδυσσέας ονομάζεται Μιχάλης, γιος της Βιργινίας και του καπετάν Βαγγέλη. Το οδοιπορικό του ξεκινά από το Πορτ Σάιντ και η ανάγκη τον φέρνει στη Σαντορίνη και στον Πειραιά των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων. Ακολουθώντας το όνειρο για μια καλύτερη ζωή, θα δοκιμαστεί στα ανθρακωρυχεία της πόλης Μαρσινέλ στο Βέλγιο και στις αποβάθρες του λιμανιού της Νέας Υόρκης, προτού αποδεχτεί αμετάκλητα τη θαλασσινή του μοίρα. 
Θα αναζητήσει τη δική του Πηνελόπη στο πρόσωπο της Εριέττας, θα συνοδοιπορήσει με παράξενους συντρόφους όπως ο Αρτέμης και ο Αποστόλης, θα δει να ανοίγουν και να κλείνουν κύκλοι ζωής στη μεγάλη σκηνή του κόσμου. 
Σ’ αυτό το έπος της φτώχειας και του καθημερινού αγώνα πρωταγωνιστεί η ελληνική ψυχή ζυμωμένη με τη θάλασσα, στη θέα της οποίας ο απλός άνθρωπος βρίσκει ξανά τη δύναμη να ονειρεύεται. 
Το Ουίσκι μπλε είναι μια μυθιστορηματική ματιά στον αιώνα που αφήσαμε πίσω μας, στις μικρές και μεγάλες στιγμές που συνθέτουν την οδύσσεια ενός Νεοέλληνα.
~~~~~~

Η ΤΕΣΥ ΜΠΑΪΛΑ κατάγεται από τη Σαντορίνη, αλλά γεννήθηκε στον Πειραιά. Σπούδασε Ιστορία του Ελληνικού Πολιτισμού και Μετάφραση Λογοτεχνίας. Ασχολείται με τη φωτογραφία, και ατομικές εκθέσεις της έχουν φιλοξενηθεί στο Πανεπιστήμιο Gakugei της Ιαπωνίας, αλλά και στην Αθήνα. Είναι συντάκτρια του λογοτεχνικού περιοδικού Κλεψύδρα. Παράλληλα δημοσιεύει δοκίμια σε εφημερίδες και περιοδικά. Από τις Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ κυκλοφορεί επίσης το βιβλίο της "ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΗΤΑΝ Η ΖΑΧΑΡΗ".


Παρασκευή 24 Οκτωβρίου 2014

Οι λογοκλόποι, η ομερτά και η «γενναιοδωρία»






Του Κώστα Κουτσουρέλη
Συγγραφέα, διευθυντή του περιοδικού Νέο Πλανόδιον


Όχι με ένα αλλά με δυο της κείμενα απανωτά κατακεραυνώνει η Αthens Reviewof Books στο φύλλο της του Σεπτεμβρίου το περιοδικό Νέο Πλανόδιον και τον υποφαινόμενο. Και το μεν πρώτο απ’ αυτά, που υπογράφει η διεύθυνσή της, δεν σηκώνει σχόλιο. Το αψίθυμο κατηγορώ του κ. Βασιλάκη («παρέες κηνσορίσκων», «αυριανικού τύπου εκστρατείες» κ.ο.κ.) πιο πολύ σύγχυση και ταραχή προδίδει παρά ανωτερότητα και αφ’ υψηλού καταδίκη. Κρίμα! Στο Νέο Πλανόδιον έχουμε περί πολλού την παθιασμένη πολεμική, και θα μπορούσαμε να την ανεχτούμε ακόμη κι αν ήταν μονόπλευρη ή κραυγαλέα  – φτάνει νά ’χε όντως κάτι να πει. 
 
Η επιστολή του κ. Σταύρου Πετσόπουλου αντίθετα, ανθρώπου διακεκριμένου των γραμμάτων μας και δημιουργού των Εκδόσεων Άγρα, καθότι ευπρεπής και νηφάλια, σηκώνει και παρασηκώνει και σχολιασμό και αντίκρουση. Με τον τρόπο της, εγείρει ζητήματα καίρια και ουσιώδη για τη λεγόμενη πνευματική μας ζωή. Χαίρομαι λοιπόν για την ευκαιρία που μου παρέχει να ξεκαθαρίσω τη θέση μας ως προς αυτά. 
 
Από τα γραφόμενά του συνάγω ότι ο κ. Πετσόπουλος αγνοεί το περιεχόμενο της έρευνάς μας για τη λογοκλοπή («Φάκελος Λογοκλοπή», Νέο Πλανόδιον, τχ.  1,  χειμώνας 2013-2014). Και ότι η εικόνα που έχει σχηματίσει γι’ αυτήν είναι μάλλον από δεύτερο χέρι, πρωτίστως από τα άρθρα του τρέχοντος τεύχους («Φάκελος Λογοκλοπή: Ο κριτικός απόηχος», ΝΠ, τχ. 2, καλοκαίρι 2014). Όμως αυτά τα τελευταία έχουν να κάνουν με το ειδικό ζήτημα της ποιητικής λογοκλοπής και δεν αφορούν την λογοκλοπή εν γένει. Τώρα, επειδή η ποιητική λογοκλοπή έχει καταστεί εδώ σε μας περίπου συνώνυμη με το πρόσωπο του Χάρη Βλαβιανού, και επειδή οι τρεις από τους πέντε αρθρογράφους του δεύτερου τεύχους μας αναφέρονται όντως σ’ αυτόν (δευτερευόντως ωστόσο, το βασικό θέμα εκεί είναι άλλο: οι θεωρητικές απόψεις του Νάσου Βαγενά), δεν είναι ίσως παράξενο ότι ο επιστολογράφος αφήνεται να παρασυρθεί σε βεβιασμένο συμπέρασμα. «Δυο τεύχη του νέου καλού περιοδικού με μεγάλο αφιέρωμα σε μια μπαγιάτικη ιστορία», ισχυρίζεται, «είναι πολύ».
 
Είναι όντως έτσι; Ας δούμε το πράγμα από πιο κοντά. Στο ΝΠ1 η έρευνα περί λογοκλοπής καλύπτει 21 σελίδες – περίπου 7000 λέξεις. Σ’ αυτήν εκτίθενται διεξοδικά οι νομικές, φιλοσοφικές, αισθητικές όψεις του θέματος και επιχειρείται αναδρομή στην ιστορία της λογοκλοπής στην Ελλάδα από τις αρχές του 19ου αιώνα έως σήμερα. Από τα σκάνδαλα που βγήκαν στο φως τα τελευταία χρόνια, εκτενής λόγος γίνεται για τον δημοσιογράφο Στέλιο Κούλογλου, τον μαθηματικό, παλαιό πρόεδρο της Ακαδημίας Αθηνών, Νικόλαο Αρτεμιάδη, τον πανεπιστημιακό και βουλευτή Γιάννη Πανούση. Ακόμη μνημονεύεται η εντελώς πρόσφατη υπόθεση της Φωτεινής Τομαή, διευθύντριας του Ιστορικού Αρχείου του Υπουργείου Εξωτερικών, και πολλές άλλες, παλαιότερες και καινούργιες.
 
Η υπόθεση Βλαβιανού καλύπτει γύρω στις πεντέμισι σελίδες – έκταση ασφαλώς σημαντική, στην πραγματικότητα όμως περιορισμένη, αν αναλογιστεί κανείς το πλήθος των ευρημάτων που είχαμε στη διάθεσή μας. Διότι, ας τονιστεί, τα περισσότερα από τα στοιχεία που δημοσιεύουμε για τον Βλαβιανό είτε παρουσιάζονται για πρώτη φορά, όντας προϊόντα δικής μας αυτοτελούς έρευνας· είτε είχαν αναρτηθεί πρόσκαιρα σε ολιγοσύχναστα διαδικτυακά μέσα, αφαιρέθηκαν όμως κατόπιν και παραμένουν ώς σήμερα άγνωστα· είτε, τέλος, είναι όντως οικεία μας από τις φήμες και τις διαδόσεις που κυκλοφορούν, ουδέποτε όμως βρέθηκε έντυπο διατεθειμένο να τα δημοσιεύσει. Κάνει λάθος επομένως ο κ. Πετσόπουλος όταν γράφει ότι η ιστορία την οποία αφηγούμαστε είναι παρωχημένη, μια παλιά «κουτσουκέλα» του Βλαβιανού, για την οποία τάχα «έδωσε εξηγήσεις».
Ως «κουτσουκέλα» εικάζω ότι ο Σταύρος Πετσόπουλος εννοεί μάλλον το εκτενές ποίημα της Καναδής Αν Κάρσον για τη ζωή της Αχμάτοβα, που ο Βλαβιανός δημοσίευσε ως σύνθεση δική του το 2003. Ή, ίσως, το δοκίμιο του Αμερικανού ποιητή Ντέηνα Τζόια, αποσπάσματα του οποίου ενσωμάτωσε σιωπηρά σε δικό του βιβλίο το 2007. Για τις δύο αυτές υποθέσεις, ο Βλαβιανός όντως επεχείρησε να δώσει εξηγήσεις. Στην πρώτη περίπτωση, ισχυριζόμενος πάνω κάτω το γνωστό εκείνο ότι «οι μεγάλοι ποιητές κλέβουν…»· στη δεύτερη, παραδεχόμενος μεν την ακρίβεια της καταγγελίας, αλλά αποδίδοντάς την σε παραδρομή.
Τώρα, αν ο κ. Πετσόπουλος είχε λάβει όντως υπ’ όψιν του τα τεκμήρια της έρευνάς μας, θα ήξερε αυτή τη στιγμή ότι, εκτός από τα κείμενα της Κάρσον και του Τζόια, ο Βλαβιανός τα τελευταία 25 χρόνια έχει ιδιοποιηθεί έργα κάμποσων δεκάδων (!) ακόμη συγγραφέων. Φιλολόγων και μελετητών λ.χ., όπως ο Φρανκ Κερμόουντ και ο Ουίλλιαμ Κούκσον· δοκιμιογράφων και αποφθεγματιστών όπως ο Γκαίτε, ο Βαλερύ, ο Όσκαρ Ουάιλντ, ο Οκτάβιο Πας· διανοητών όπως ο Μονταίνιος, ο Βιττγκενστάιν, ο Παναγιώτης Κονδύλης· δραματουργών και μυθιστοριογράφων  όπως ο Σαίξπηρ, ο Ντεφόου, ο Εμίλ Σιοράν – για να μείνουμε μόνο στα εκτός της ποιήσεως είδη του λόγου. Τα «δάνεια» αυτά, όπως δείξαμε, εκτείνονται κάποτε σε σελίδες ολόκληρες, όπως στην περίπτωση της πραγματείας του Κούκσον για τον Έζρα Πάουντ (A Guide to the Cantos, σ. 157-165) που ο Βλαβιανός κοπιάρει στη δική του παουντική έκδοση (Σχεδιάσματα και αποσπάσματα των Κάντος CX-CXX, Νεφέλη 1991, και ήδη παλαιότερα στοΠλανόδιον, τχ. 12, Ιούνιος 1990, σ. 402-409). Άλλοτε πάλι πιάνουν λίγες γραμμές, όπως στην περίπτωση των πάμπολλων ξένων στοχασμών και αφορισμών τους οποίους ο Βλαβιανός παρουσιάζει ως αυτοτελή δικά του αποφθέγματα. Γράφει λ.χ. ο Παναγιώτης Κονδύλης: «από το θράσος των ημιμαθών προτιμώ τη ματαιοδοξία των πεπαιδευμένων»; «Από την αναίδεια και το φτηνό γούστο των ημιμαθών ποιητών, προτιμώ την αλαζονεία των πεπαιδευμένων», επαναλαμβάνει ο Χ.Β. Αποφαίνεται ο Όσκαρ Ουάιλντ: «Beauty reveals everything, because it expresses nothing»; «Η ποίηση αποκαλύπτει τα πάντα, γιατί δεν εκφράζει τίποτε», διαπιστώνει ο Χ.Β. Βρίσκει ο Βαλερύ ότι «L'avenir n'est plus ce qu'il était»; «Το μέλλον δεν είναι πια όπως ήταν», μεταφράζει επί λέξει ο Χ.Β. Το «Sehe mit fühlendem Aug, fühle mit sehender Hand» του Γκαίτε γίνεται απαράλλακτα «Να βλέπεις με μάτι που αισθάνεται. Να αισθάνεσαι με χέρι που βλέπει» – κ.ο.κ., κ.ο.κ. Ακόμη και ξένες παροιμίες γνωστές προτείνονται στον Έλληνα αναγνώστη ως πρωτότυποι δικοί του αφορισμοί.
Ένα ολόκληρο βιβλίο του (Ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας σε χαϊκού, Πατάκης 2011) έχει αίφνης κοινή τη συστατική του ιδέα με το έργο ενός Νεοζηλανδού συγγραφέα που είχε δημοσιευτεί κάμποσα χρόνια προηγουμένως στο διαδίκτυο (Dick Whyte, A Brief History of Western Philosophy in Haiku Format, 2008). Όσο για τις ποιητικές συλλογές του Βλαβιανού, ώς και το εν τρίτον (1/3) του όγκου τους καλύπτεται από αδήλωτα ή εντέχνως συγκεκαλυμμένα «δάνεια» – ποιήματα ακέραια ή παραλλαγμένα των Σίμικ, Αρρέγκι, Φέντον, Ζαμπές, Μπάχμαν και πλείστων άλλων. Σταματώ εδώ. Όποιος ενδιαφέρεται για τις πλήρεις παραπομπές, ας τις αναζητήσει στο πρώτο τεύχος του Νέου Πλανόδιου.
Αναρωτιέμαι λοιπόν: Σε τι απ’ όλα αυτά απάντησε ποτέ ο Χ.Β.; Και τι εξηγήσεις θα μπορούσε τάχα να δώσει; Κι αν διαθέτει όντως τέτοιες εξηγήσεις, τι περιμένει για να τις εκθέσει; Το βέβαιο είναι ότι έως ότου το πράξει, η «υπόθεση Βλαβιανού» όχι μόνο δεν θα είναι «μπαγιάτικη» και ξεθυμασμένη, όπως εικάζει ο Σταύρος Πετσόπουλος, αλλά, αντιθέτως, οσμηρότατα φρέσκια και επίκαιρη.
Προσωπικά, δεν αμφιβάλλω ότι αν ο κ. Πετσόπουλος είχε προλάβει να ρίξει μια ματιά σ’ όλα αυτά, θα προφύλαττε τον εαυτό του από τη μίζερη απόπειρα να υποβαθμίσει το ζήτημα σε προσωπική υποτίθεται διένεξη, δική μου με τον Βλαβιανό. Και δεν θα μου απέδιδε «κάκιωμα», όπως γράφει, υποδαυλιζόμενο μάλιστα από το ότι εγώ κι εκείνος είμαστε ομότεχνοι. Πρώτα απ’ όλα, γιατί το θέμα δεν είναι υπόθεση δύο ανθρώπων – ποτέ δεν ήταν. Ο Φάκελος Λογοκλοπή στο ΝΠ1 υπήρξε προϊόν συλλογικής εργασίας όπου συνέβαλε όλη σχεδόν η συντακτική ομάδα του περιοδικού – πλην εμού, ο Γιώργος Βαρθαλίτης, ο Κωνσταντίνος Πουλής και η Έλενα Σταγκουράκη. Στο δεύτερο τεύχος μας, την περίπτωση Βλαβιανού καυτηριάζουν επιπλέον ρητά τόσο ο Γιάννης Πατίλης όσο και ο Ντίνος Σιώτης. Στο ίδιο τεύχος ο Νάσος Βαγενάς, μολονότι δίνει θεωρητικό συγχωροχάρτι στον Βλαβιανό για τα αμιγώς ποιητικά «δάνεια», εμμέσως πλην σαφώς δέχεται ότι οι λοιπές καταγγελίες εναντίον του στοιχειοθετούν όντως λογοκλοπή. Παλαιότερα, για το ίδιο ζήτημα, τον Βλαβιανό είχαν επιτιμήσει δημόσια συγγραφείς όπως ο Αναστάσης Βιστωνίτης, ο Πάνος Θεοδωρίδης, ο Σωτήρης Παστάκας, ο Βασίλης Λαλιώτης κ.ά. – κάποτε δε με ειρωνικό ή διόλου αβρό τρόπο. Ο Δημήτρης Σολδάτος («Τον Βλαβιανό με παρρησία / κλέψε και πες: κρυπτομνησία!») και ο Στιχάκιας («Ό,τι δεν είναι κανενός / θα τό ’χει γράψει ο Βλαβιανός») έγραψαν ποιήματα που τον σατιρίζουν. Για χρόνια η λογοτεχνική πιάτσα βοά. Έχουν όλοι αυτοί προσωπικά με τον άνθρωπο; Είναι όλοι φθονεροί ομότεχνοι που τον εποφθαλμιούν; Αλλά κι αν ακόμη υποθέσουμε ότι τα κίνητρά τους είναι ταπεινά – τι αλλάζει αυτό στην ουσία των καταγγελιών;
Γενικά, η αντίληψη του Σταύρου Πετσόπουλου ότι ένας ποιητής δεν επιτρέπεται να εκφέρει λόγο επικριτικό προς ομότεχνο για να μη θεωρηθεί επίβουλος και φθονερός στο σινάφι, μου φαίνεται άκρως παράδοξη. Αν δεν δικαιούνται να κρίνουν οι κατά τεκμήριο ειδήμονες, τότε ποιοι μπορούν να το κάνουν; Ή μήπως η κριτική έχει το ελεύθερο μόνον να επαινεί; Εκτός όμως από παράδοξη, ας μου επιτραπεί να το πω, η αντίληψη αυτή είναι και κάτι άλλο, απείρως χειρότερο: άκριτα και θλιβερά συντεχνιακή. «Κόρακας κοράκου μάτι δεν βγάζει», λέει ο λαός για το πάρε-δώσε στο εσωτερικό των συντεχνιών, την ομερτά που σκεπάζει τις συναλλαγές των μελών τους. Και ειλικρινά απορώ: σε μια εποχή όπου η χώρα όλη στενάζει από τα κατορθώματα των κάθε λογής συντεχνιών, είναι δυνατόν ένας καταξιωμένος πνευματικός άνθρωπος να υποστηρίζει τη γενική αμνήστευση των παραβατών, έναν άλλο «νόμο περί  ευθύνης υπουργών» τρόπον τινά, κομμένο και ραμμένο στα μέτρα ορισμένων; Και είναι δυνατόν να υποστηρίζει μια λογική συμψηφιστική, του τύπου  «ε, αφού ο εν λόγω έχει έργο μεταφραστικό και εκδίδει κι ένα περιοδικό μέσες άκρες αξιόλογο, συγχωρεθήτωσαν αι αμαρτίαι αυτού;» Είναι δυνατόν ο Σταύρος Πετσόπουλος να μη βλέπει ότι ακριβώς μέσω του περιοδικού του ο Βλαβιανός, και μέσω των σχέσεων που καλλιεργεί με τον εκδοτικό κόσμο και τον Τύπο, εξαγοράζει τη σιωπή και την ανοχή που χρειάζεται για να κάνει όσα κάνει; Για έναν τέτοιον ζητάει τη γενναιοδωρία μας;
Όπως του απάντησε ήδη ο Κωνσταντίνος Πουλής, μέλος της συντακτικής μας ομάδας: «Η γενναιοδωρία προς τον πλούσιο λέγεται κολακεία, και δεν είναι αρετή. Για ποιον λόγο να έχει ανάγκη τη γενναιοδωρία μας ένας άνθρωπος σαν τον Βλαβιανό; Χάθηκαν τόσοι άλλοι πιθανοί αποδέκτες της γενναιοδωρίας μας (ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό, όσο μπορεί να βοηθηθεί κανείς από αυτήν); Να την κρατήσουμε για τον άνθρωπο που πιάνεται με το χέρι στο μέλι και εμφανίζονται προσωπικότητες των γραμμάτων μας να πουν ότι καλά κάνει; Εκτιμώ ότι αυτή είναι μια περίπτωση που απαιτεί όχι γενναιοδωρία, αλλά το θάρρος να πεις δημόσια αυτό που όλοι λένε μόνο ιδιωτικά».
Αντίθετα μ’ αυτά που ιδιοτελώς κηρύσσονται εν Ελλάδι, η λογοκλοπή δεν είναιKavaliersdelikt – παραστράτημα αριστοκρατικό και ανώδυνο με το οποίο διασκεδάζουμε μια στις τόσες. Η λογοκλοπή είναι απάτη. Θύμα του λογοκλόπου δεν είναι τόσο ο αρχικός δημιουργός – αυτή είναι η στενή, ιδιοκτησιακή όψη του πράγματος. Θύμα του είναι πρωτίστως ο αναγνώστης· εκείνου την καλοπιστία καταχράται, αυτόν προσπαθεί να εξαπατήσει ο λογοκλόπος, επιδεικνύοντάς του τον ξένο κόπο ως δικό του κι επιχειρώντας παντί σθένει να φανεί στα μάτια του σημαντικότερος απ’ ό,τι είναι. Καμιά συγγραφική κοινότητα, καμιά λογοτεχνία που σέβεται τον εαυτό της δεν μπορεί να ανέχεται για πολύ τέτοια φαινόμενα στους κόλπους της, αν δεν θέλει να ξεπέσει εντελώς στην ανυποληψία.
 
Όσο τώρα για τον Βλαβιανό, ως δημόσιο πρόσωπο που είναι, υπόκειται φυσικά σε δημόσιο έλεγχο. Και τέτοιον τού ασκήσαμε – ευθαρσώς και εμπεριστατωμένα. Όσοι δυσανασχετούν μ’ αυτό, ας αναλογιστούν ότι η υποκριτική σιωπή και η μεθοδευμένη συγκάλυψη δεν συνιστούν κριτική στάση. Όπως δεν συνιστούν κριτική στάση η ακούραστη ιδιωτική καταλαλιά ή τα ελεεινά χτυπήματα κάτω απ’ τη ζώνη. Αν η ΑRB κόπτεται τόσο για τις «αυριανικού τύπου εκστρατείες», ας στρέψει την προσοχή της σ’ εκείνους που τις υποκινούν.
 
Θα κλείσω μ’ ένα απόσπασμα ακόμη από το κείμενο του Πουλή, που μας εκφράζει όλους στο Νέο Πλανόδιον: «Αν η επιθυμία να έχεις ντε και καλά εχθρούς σε κάνει αχώνευτο και γρουσούζη, ο φόβος να μην έχεις κανέναν εχθρό σε κάνει δειλό, ενδεχομένως κόλακα και, αν αυτά δεν αρκούν, μακροπρόθεσμα οπωσδήποτε αναξιόπιστο. Η γραμμή πλεύσης που έχουμε επιλέξει είναι να μη μετράμε φίλους και εχθρούς πριν να μιλήσουμε. Και αυτή τη χειρονομία την καμαρώνουμε, γιατί αποδεικνύεται ότι δεν είναι καθόλου αυτονόητη. Κατά τα λοιπά, όπως δεν σωπαίνουμε όταν κάτι μας ενοχλεί, έτσι δεν σωπαίνουμε όταν κάτι μας συγκινεί και προκαλεί τον θαυμασμό μας».

____________

Τρίτη 9 Σεπτεμβρίου 2014

Henri de Toulouse - Lautrec: Ο ζωγράφος της belle époque


Σαν σήμερα, 9 Σεπτεμβρίου το 1901, έφυγε από τη ζωή ο ζωγράφος Henri de Toulouse-Lautrec, ο οποίος μαζί με τους Cézanne, Van Gogh και Gauguin θεωρείται από τους κύριους εκπρόσωπους του μετα-ιμπρεσιονισμού, του 19ου αιώνα. Μέσα σε λιγότερο από δυο δεκαετίες καριέρας, δημιούργησε χιλιάδες έργα που απαθανάτισαν το πνεύμα και τη διάθεση της παρισινής κοινωνίας της belle époque.
O Henri Marie Raymond de Toulouse-Lautrec-Monfa, ή απλώς Henri de Toulouse-Lautrec, γεννήθηκε στις 24 Νοεμβρίου 1864 στο Albi της Νότιας Γαλλίας, μοναχοπαίδι και τελευταίος απόγονος των αριστοκρατών κόμητων της Toulouse, Lautrec και υποκόμηδων της Monfa. Οι γονείς τους ήταν πρώτα ξαδέρφια μεταξύ τους, γεγονός στο οποίο αποδίδονται τα εκ γενετής προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε. Το 1868 πεθαίνει ο ενός έτους αδερφός του και αργότερα μέσα στο χρόνο χωρίζουν οι γονείς του. Η κόμισσα μετακομίζει στο Παρίσι με τον 8χρονο Henri. Ήδη στο σχολείο γεμίζει τα εξώφυλλα των βιβλίων του με σκίτσα και καρικατούρες. Ο κωφάλαλος φίλος του πατέρα του, René Princeteau, ο οποίος ζωγραφίζει ζώα, του δίνει τα πρώτα μαθήματα σχεδίου.
Το 1875, μητέρα και γιος επιστρέφουν στο Albi. Ο Henri, ο οποίος έχει εύθραυστη υγεία, παρακολουθεί μαθήματα στο σπίτι. Η μητέρα του επισκέπτεται διάφορους γιατρούς προκειμένου να βοηθήσουν τον μικρό να αναπτυχθεί. Μεταξύ 1879 και 1881 σπάει διαδοχικά και τα δύο μηριαία οστά του και, λόγω γενετικής πάθησης, τα πόδια του σταματάνε να αναπτύσσονται. Οι γιατροί δοκιμάζουν διάφορες θεραπείες στον Henri, μέχρι και ηλεκτροσόκ, χωρίς αποτέλεσμα. Το ύψος του να δεν ξεπέρασε το 1.52 μ. ακόμα και έως ενήλικος.
Το 1881, κι ενώ έχει ήδη παράγει πάνω από 2.500 έργα, με τις παροτρύνσεις του Princeteau και του θείου του Charles αποφασίζει να αφοσιωθεί στη ζωγραφική και πείθει τη μητέρα του, η οποία του επιτρέπει να γυρίσει στο Παρίσι να σπουδάσει Καλές Τέχνες. Τον Μάρτιο του 1882 γίνεται δεκτός στο στούντιο του διάσημου ζωγράφου και δάσκαλου της εποχής, Léon Bonnat. Η σχέση τους ωστόσο χαρακτηρίζεται από αμοιβαία αντιπάθεια και ο Henri φεύγει από το στούντιο και αντ’ αυτού ξεκινά να σπουδάζει με δάσκαλο τον Ferdon Cormon. Δίπλα στον Cormon θα εξερευνήσει πολλά στυλ και τεχνικές ζωγραφικής. Ο τελευταίος θα τον γνωρίσει στον «πατέρα» Tanguy , ο οποίος θα τον φέρει σε επαφή με το έργο του Cézanne.
Το καλοκαίρι του 1983 η μητέρα του μετακομίζει κοντά στην πόλη του Μπορντώ, όπου ο Henri θα περάσει πολλά καλοκαίρια. Τον επόμενο χρόνο μετακομίζει στη Μονμάρτη και γνωρίζει τον Edgar Degas, ο οποίος διατηρούσε το στούντιό του στο διπλανό οίκημα. Πλέον ζει και ζωγραφίζει στο νούμερο 22 της οδού Canneron και συμμετέχει στην πρώτη του ομαδική έκθεση στο Pau.
Η Μονμάρτη, το κέντρο της διασκέδασης της γαλλικής πρωτεύουσας και της μποέμικης ζωής, γοήτευε το νεαρό καλλιτέχνη. Συχνάζει σε καμπαρέ – το Elysée-Montmartre, το Moulin de la Galette, το Mirliton του Artistide Bruant - όπου, καταναλώνοντας πάντα πολύ αλκοόλ, έφτιαχνε σχέδια τα οποία την επόμενη μέρα μετέτρεπε σε πίνακες, έγχρωμα σχέδια ή λιθογραφίες. Το 1886 ενοικιάζει ένα στούντιο, στο οποίο θα παραμείνει για 11 χρόνια στο no. 7 της οδού Tourlaque. Το 1886, γνωρίζεται στο στούντιο του Cormon με τον Ολλανδό ζωγράφο Vincent Van Gogh, ο οποίος έρχεται για να σπουδάσει. Ο ίδιος ο Lautrec, ωστόσο, ολοκληρώνει τις σπουδές του λίγους μήνες αργότερα.
Την ίδια χρονιά γνωρίζεται και δημιουργεί σχέση με τη Suzanne Valadon, που ποζάρει για τον ζωγράφο. Το ζευγάρι χωρίζει δυο χρόνια αργότερα, όταν η Valadon αποπειράται να αυτοκτονήσει. Η μορφή της εμφανίζεται σε γνωστά έργα του Henri de Toulouse-Lautrec, μάλιστα το πορτρέτο της με τίτλο «Η πλύστρα» («La blanchisseuse») σημείωσε ρεκόρ όταν, το 2005, σε δημοπρασία του Οίκου Christie’s πουλήθηκε για 22.416.000 δολάρια.
Το 1887 συμμετέχει σε συλλογική έκθεση στην Toulouse υπό το ψευδώνυμο Treclau, ένα αναγραμματισμό του Lautrec. Στη συνέχεια, εκθέτει στο Παρίσι με τον Van Gogh και τον Anquetin. Την εποχή εκείνη αναπτύσσει ενδιαφέρον για τα έγχρωμα ιαπωνικά σχέδια. Τον Φεβρουάριο του 1888 τον καλεί ο Βέλγος κριτικός Octave Maus στις Βρυξέλλες για να εκθέσει 11 έργα του στην έκθεση Vingt. Στην ίδια έκθεση, δυο χρόνια αργότερα, ο Henri θα έχει μια άγρια διαφωνία με τον Βέλγο ζωγράφο Henry de Groux σχετικά με τη συμμετοχή του Van Gogh. Ο Toulouse-Lautrec τον προκάλεσε σε μονομαχία, κάτι που τελικά δεν έλαβε χώρα ωστόσο. Ο Théo Van Gogh αγοράζει για την γκαλερί Goupil το έργο του «Poudre de Riz» για 150 φράγκα. Συμμετέχει τακτικά στην έκθεση Salon des Indépendants και στην καλλιτεχνική και λογοτεχνική κοινότητα του Volnay για τα επόμενα 5 χρόνια. Εκείνη την εποχή δημιουργεί μια σειρά πορτρέτων σε εξωτερικό χώρο, στον κήπο Père Forest.
Στις 5 Οκτωβρίου του 1889, ένα νέο καμπαρέ άνοιξε τις πόρτες του στην Μονμάρτη, το Moulin Rouge. Ο Toulouse-Lautrec γίνεται τακτικός θαμώνας και συχνά εξέθετε έργα του εκεί. Σήμερα, το όνομα του ζωγράφου είναι συνδεδεμένο με αυτό του Moulin Rouge, για το ευρύ κοινό, και πολλά από τα διασημότερα έργα του είναι αφίσες ή στιγμιότυπα από το γνωστό καμπαρέ. Το 1891 κάνει το πρώτο του χαρακτικό, ενώ το 1893 εκθέτει και ως χαράκτης. Αυτή η χρονιά είναι ιδιαίτερα σημαντική στην πορεία του, αφού πραγματοποιεί την πρώτη του ατομική έκθεση στη γκαλερί του Maurice Joyant. Εκείνη την εποχή μένει σε έναν οίκο ανοχής, στην οδό d'Amboise, όπου φιλοτεχνεί 16 έργα. Αναπτύσσει ενδιαφέρον για το θέατρο και τη λογοτεχνία και παρακολουθεί όλες τις πρεμιέρες.
Μεταξύ 1894 και 1897 ταξιδεύει σε πολλές πόλεις τις Ευρώπης: Λονδίνο, Τολέδο, Μαδρίτη, Μπούρκος Βρυξέλλες, Χάαρλεμ, Άμστερνταμ. Στην Αγγλία γνωρίζεται με τον Oscar Wilde και τον Αμερικανό ζωγράφο James McNeill Whistler. Στην Ισπανία εμπνεύστηκε από τα έργα των Velasquez, Goya and El Greco. Στην Ολλανδία από τους Rembrandt, Hals και Bruegel. Τα έργα του εκτίθενται στις Βρυξέλλες δίπλα σε αυτά των Cezanne, Signac, Gauguin και Van Gogh.
Ο Toulouse-Lautrec είναι σχεδόν αλκοολικός πια. Το 1896 γίνεται η δεύτερη ατομική του έκθεση όπου αρνείται να πουλήσει έργο του στον βασιλιά της Σερβίας, Milan Obrenovic, γιατί τον θεωρεί «χοιροβοσκό». Το 1897 μετακομίζει το στούντιό του στην οδό Frochot και αφήενι πίσω 87 έργα, τα οποία οι νέοι ένοικοι χρησιμοποιούν για να καλύψουν κενά στην ταπετσαρία, ενώ ότι απομένει πωλείται για ελάχιστο ποσό. Την ίδια χρονιά παθαίνει τρομώδες παραλήρημα και η υγεία του φθίνει πλέον γρήγορα. Τον περισσότερο χρόνο του είναι μεθυσμένος και ζωγραφίζει όλο και λιγότερο. Οι εμμονές, η κατάθλιψη και οι κρίσεις άγχους είναι όλο και πιο έντονες. Η πνευματική και ψυχολογική του κατάσταση επιδεινώνονται και , το 1899, εισάγεται για τρεις μήνες σε σανατόριο. Τα σχόλια του Τύπου είναι πικρόχολα. Το 1900 ξανακυλάει βαθιά στον αλκοολισμό αλλά συνεχίζει να παρακολουθεί θέατρο.
Πέθανε κοντά στη μητέρα του, στο Malrome, στις 9 Σεπτεμβρίου 1901, όντας 36 ετών. Σχετικά με τις τελευταίες στιγμές του, λέγεται ότι μπήκε στο δωμάτιό του ο πατέρας του, προσωπικότητα ιδιαίτερα εκκεντρική που εμφανιζόταν σπάνια. Όλοι εξέφρασαν την έκπληξή τους, εκτός από τον Henri, ο οποίος είπε: «Καλέ πατέρα, το ήξερα ότι δεν θα έχανες το σκότωμα». Ο πατέρας του, όπως συνήθιζε, συμπεριφέρθηκε ιδιαίτερα εκκεντρικά: πρότεινε να κόψουν το μούσι του Henri, όπως όριζαν κάποια αραβικά έθιμα, και να χρησιμοποιήσουν τα κορδόνια του για να διώξουν τις θορυβώδεις μύγες. «Γερο-τρελέ», ήταν τα τελευταία λόγια του Henri.
Ο καλλιτέχνης της belle époque
Ο Henri de Toulouse-Lautrec άφησε πίσω του 737 πίνακες σε καμβά, 275 νερομπογιές, 363 γκραβούρες και αφίσες, 5,084 σχέδια, κεραμικά και βιτρό. Άγνωστος είναι ο αριθμός των έργων του που έχουν χαθεί. Στο έργο του απαθανάτισε το πνεύμα και το συναίσθημα της εποχής του. Η επίδραση των ιμπρεσιονιστών είναι εμφανής στα έργα του, το όνομά του όπως και αυτή από την ιαπωνική ξυλογραφία που ήταν της μόδας εκείνη την εποχή στο Παρίσι.
Ήταν εξαιρετικός στην απεικόνιση ανθρώπων στο εργασιακό τους περιβάλλον, με τα χρώματα και την κίνηση της νυχτερινής ζωής, χωρίς ωστόσο την λάμψη της. Εξαιρετικός ήταν και στις απεικονίσεις πλήθους, στις οποίες κάθε παρουσία είναι ιδιαίτερα εξατομικευμένη. Την εποχή που δημιούργησε τα έργα του, οι περισσότεροι που απεικονιζόταν σε αυτά μπορούσαν να αναγνωριστούν και κατονομαστούν. Η μεταχείριση των θεμάτων του έχει χαρακτηριστεί συμπονετική και αντικειμενική. «Ζωγραφίζω τα πράγματα όπως είναι», είχε πει ο ίδιος για τη ζωγραφική του, «Δεν σχολιάζω. Καταγράφω».
Πηγές
lautrec.info, artchive.com, wikipedia.org, toulouselautrec.free.fr, abcgallery.com